ανακατατάσσω

ανακατατάσσω
μετ.
1) перегруппировать; реорганизовать; 2) воен, зачислять на сверхсрочную службу;

ανακατατάσσομαι воен. — оставаться на сверхсрочной службе


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Смотреть что такое "ανακατατάσσω" в других словарях:

  • ανακατατάσσω — 1. κατατάσσω εκ νέου ή ακριβέστερα 2. μέσ. κατατάσσομαι εκ νέου εθελοντικά στον στρατό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανα * + κατατάσσω. ΠΑΡ. ανακατάταξη. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • ανακατατάσσω — αξα, άχθηκα, αγμένος 1. κατατάσσω ξανά ή ακριβέστερα: Οι βοτανολόγοι ανακατάταξαν τα τελευταία χρόνια αρκετά φυτά. 2. κατατάσσομαι εκούσια ξανά στο στρατό: Ανακατατάχθηκε ως έφεδρος αξιωματικός …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ανακατάταξη — η 1. η εκ νέου κατάταξη, πληρέστερη και ακριβέστερη κατάταξη 2. εθελοντική εκ νέου κατάταξη στον στρατό. [ΕΤΥΜΟΛ. < ανακατατάσσω. ΠΑΡ. ανακατατάξιμος. Η λ. μαρτυρείται από το 1833 στους Ελληνικούς Κώδικες] …   Dictionary of Greek

  • τάσσω — ΝΜΑ, και αττ. τ. τάττω Α 1. βάζω, τοποθετώ σε κατάλληλη θέση 2. (η μτχ. παθ. παρακμ. ως επίθ.) τεταγμένος, η, ο και μόνο στη νεοελλ. και ταγμένος, η, ο α) τοπ. ο παρατεταγμένος β) χρον. ο καθορισμένος από πριν, προδιαγεγραμμένος νεοελλ. 1. ορίζω …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»